δυστυχισμένος-unhappy

How to say "unhappy" in Greek?

Meaning of δυστυχισμένος is unhappy in English.

Greek Translation
δυστυχισμένος
dystychisménos
  • χαρούμενος
  • λυπημένος
  • κουρασμένος
  • θυμωμένος
  • ντροπαλός
  • συνεπαρμένος
  • η αγάπη
  • ο φόβος
  • ο θυμός
  • η ελπίδα

Download Tobo now!

Memorize most common Greek words. Learn by playing games. Use flashcards to master frequently used vocabulary.

Download Tobo iOS AppDownload Tobo Android App